Τι «Ψυχούλα» αυτή η Όλεγκα
- Written by Μαρία Πυλιώτου
Επιφυλλίδα
Ανοίγει αργά - αργά τα μάτια. Τα ξανακλείνει. Πάλι βυθίζεται σ’ αυτόν τον βαθύ, παράξενο ύπνο. Ένα δυνατό βουητό τον ξυπνά. Αναγνωρίζει το θόρυβο, ένα ελικόπτερο. Γύρω χαλάσματα, φλόγες, καπνός. Συνέρχεται. Τώρα, ναι, ξέρει ποιος είναι, πού βρίσκεται, τι έχει γίνει. Ο κύριος Νικολάι είναι δάσκαλος σ’ ένα προάστιο του Κιέβου. Με το ποδήλατό του πηγαίνει κάθε πρωί στο σχολείο, μισή μονάχα ώρα δρόμο. Στο δρόμο του, λοιπόν, κάπου κοντά έχει πέσει βόμβα. Έβαλε τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι, το ποδήλατο ακυβέρνητο τον έριξε σ’ ένα χαντάκι. Πέτρες έπεφταν ολόγυρα. Αρχίζει να ψάχνεται. Κουνάει χέρια, πόδια, κεφάλι. Στη θέση τους όλα. Δεν πονάει. Ο κύριος Νικολάι είναι τυχερός, συλλογίζεται. Μονάχα λιποθύμησε. Σίγουρα από πανικό.
Κοιτάει γύρω. Και ξαφνικά, στη σκέψη του το σχολείο. Τα παιδιά τον περιμένουν. Πετάγεται απάνω. Περπατάει πάνω στα χαλάσματα. Έχει χάσει τον προσανατολισμό του. Από πού να φύγει; Το ελικόπτερο ξανάρχεται μα πάλι απομακρύνεται. Αχ, να μην ήταν αυτός ο καπνός που κάνει την ατμόσφαιρα θολή. Να μπορούσε να βρει το δρόμο του, το ποδήλατό του. Όμως θα τα καταφέρει, είναι σίγουρος. Ξέρει το Κίεβο και τα προάστιά του σπιθαμή με σπιθαμή. Τα παιδιά, μονάχα αυτά συλλογίζεται, που τον περιμένουν. Σήμερα -όλο το βράδυ ετοιμαζόταν- θα τους μιλούσε για τον αγαπημένο Άντον Τσέχοφ και θα τους διάβαζε τη «Ψυχούλα» τι ψυχούλα, αλήθεια, αυτή η Όλεγκα!
Μετά, τα παιδιά θα το κάνανε θεατράκι και θα το παίζανε μπροστά στους γονείς τους. Ο πατέρας του, ανθρακωρύχος στο Ντόνετς, ονειρευότανε να τον δει δάσκαλο, και τον είδε. Στο Κίεβο σπούδασε με την υπέροχη Τατιάνα Τσερνισόβα, καθηγήτριά του, και τον Αντρέι Μπιελέσκι, σύμβουλό του, γνωστοί και οι δυο σ’ όλη την Ουκρανία.
Κοιτάει ξανά τα χαλάσματα, η φωτιά έχει ησυχάσει, ο καπνός διαλύεται κι αυτός επιτέλους, παίρνει δύναμη. Κι ο Δνείπερος, ο ήρεμος, ο αγαπημένος, που τόσοι και τόσοι τον τραγούδησαν! Θα ξαναπάει βαρκάδα στα νερά τους με τους φίλους του και τα παιδιά. Θα ψαρέψουν πάλι σε κάποιον απόμερο κόλπο. Όμως, γιατί οι φωτιές; Γιατί όλο αυτό το κακό; Μέρες τώρα!
Σκύβει σε μια λιμνούλα, νίβει το πρόσωπό του. Θέλει να φωνάξει, μα η φωνή του δεν βγαίνει. Το ελικόπτερο κατεβαίνει, επιτέλους, λίγο πιο ψηλά απ’ το κεφάλι του. Δυο μπράτσα τον αρπάζουν κι αυτός, γεμάτος αγωνία, ψάχνει με τη ματιά του, όχι πια για το ποδήλατό του, μα για την «Ψυχούλα» του Τσέχοφ, αχ, τι ψυχούλα αυτή η Όλεγκα, στο χαρτοφύλακά του την είχε... Την πήρε, σίγουρα η λάσπη. Από μακριά ο ήχος μιας καμπάνας και το τραγούδι του Δνείπερου, επιτέλους γεμίζουν τη ψυχή του με χαρά. Πάει ξανά να συναντήσει τα παιδιά.









