Το ειδικό βάρος του Ιράν στην περιοχή της Μ. Ανατολής
- Written by eKypros
Ας μην ξεχνάμε πως το Ιράν, μία μεγάλη χώρα στον Περσικό Κόλπο, με πάνω από 82.000.000 πληθυσμό, τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου, ορυκτού πλούτου και πανσπερμία εθνοτήτων (μεταξύ των οποίων η κουρδική μειονότητα), είναι δεσπόζουσα περιφερειακή δύναμη στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Βρέχεται βόρεια από την Κασπία Θάλασσα, βλέποντας από στρατηγική θέση την Υπερκαυκασία. Νότια βρέχεται από τον Περσικό Κόλπο, με θέση και λόγο στα στρατηγικά Στενά του Ορμούζ, από όπου περνά το 35% των δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν πετρέλαιο, και την Αραβική Θάλασσα.
Συνορεύει επίσης ανατολικά με Αφγανιστάν και Πακιστάν, δύο χώρες στις οποίες ξεδιπλώνονται πολυετείς ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, με πρόσχημα τους Ταλιμπάν και τζιχαντιστές της «Αλ Κάιντα» και του «Ισλαμικού Κράτους». Βρίσκεται επίσης κοντά στο «μαλακό υπογάστριο» της Ινδίας, η οποία, διόλου τυχαία, φτιάχνει το στρατηγικό λιμάνι Τσαμπαχάρ στο νοτιοανατολικό Ιράν, στον Κόλπο του Ομάν, που αναμένεται να λειτουργήσει ανταγωνιστικά έναντι της Κίνας. Παρ' όλα αυτά, το Ιράν συνεργάζεται στενά και με την Κίνα, μονοπώλια της οποίας δραστηριοποιούνται εντατικά τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της πολιτικής «Ένας Δρόμος - Μία Ζώνη», από όπου περνούν οι σύγχρονοι κινεζικοί δρόμοι εμπορίου.
Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως η αναβάθμιση της γεωπολιτικής επιρροής του Ιράν την τελευταία μιάμιση δεκαετία συνέπεσε με τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των ΗΠΑ, χωρών της ΕΕ και άλλων δυνάμεων σε Λιβύη, Συρία και Ιράκ, καθώς δημιούργησαν περιβάλλον ευνοϊκό για να παίξει και η ιρανική αστική τάξη σημαντικό ρόλο π.χ. σε επιχειρήσεις κατά των τζιχαντιστών στους πολέμους Συρίας και Ιράκ. Με αυτόν τον τρόπο, και παρά το υψηλό τίμημα σε κόστος και ζωές Ιρανών στρατιωτών, η Τεχεράνη κατάφερε να αυξήσει την επιρροή της σε Συρία και Ιράκ και να ισχυροποιήσει την επιρροή της στην πιο φτωχή χώρα της Αραβικής Χερσονήσου, την Υεμένη, αξιοποιώντας τις σχέσεις με τους Σιίτες αντικαθεστωτικούς Χούτι. Αυτά πέρα από τις ιδιαίτερες και στενές σχέσεις που διατηρεί εδώ και δεκαετίες το ιρανικό καθεστώς με τη λιβανέζικη σιιτική οργάνωση της «Χεζμπολάχ».
Εντούτοις, η συμμαχία συμφερόντων του Ιράν με Συρία, Ιράκ, Ρωσία και Τουρκία προκαλεί παράλληλα έντονες τριβές και αντιδράσεις σε άλλες ανταγωνιστικές δυνάμεις, με πρώτες τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, που βλέπουν να θίγονται τα δικά τους συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή. Δεν είναι τυχαίο πως εδώ και καιρό Αμερικανοί και Ισραηλινοί «αναλυτές» επιχειρηματολογούν κατά της δημιουργίας του λεγόμενου «σιιτικού» ιρανικού τόξου ή της «σιιτικής ημισελήνου», που ξεδιπλώνεται από τον Περσικό έως τις ακτές του Λιβάνου και της Συρίας, στη στρατηγική για τα ενεργειακά και όχι μόνο μονοπώλια περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό εξηγεί γιατί ένα σημαντικό τμήμα της νέας Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η οποία δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα, αφορά το Ιράν και τη δημιουργία μετώπου εναντίον της Τεχεράνης, καθώς και την «επικαιροποίηση» ή και ακύρωση της διεθνούς συμφωνίας του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Εξηγεί επίσης την απόφαση ΗΠΑ και Ισραήλ να συγκροτήσουν (όπως θα δούμε παρακάτω...) από τα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη τέσσερις «ειδικές κοινές ομάδες» συνεργασίας απέναντι στο Ιράν, προκειμένου να ασκήσουν εναντίον του πίεση, είτε με επιχειρήσεις μυστικών υπηρεσιών, είτε με «διπλωματία».
Το Ιράν είναι μία πανσπερμία πολιτισμών και εθνοτικών ομάδων. Αν και δεν υπάρχουν σαφή επίσημα στοιχεία, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αποτελούν οι Πέρσες (κατά περίπου 61%) και ακολουθούν οι Αζέροι (κατά 16%), οι Κούρδοι (κατά 10%), οι Λουρ (κατά 6%) και από 2% Αραβες, Βαλούχοι, Τουρκμάνοι. Επίσης γύρω στο 1% του πληθυσμού είναι Αρμένιοι, Εβραίοι και Ασσύριοι. Επίσημη γλώσσα του Ιράν είναι τα Φαρσί. Μιλιούνται επίσης η αζέρικη γλώσσα, διάφορες τουρκικές διάλεκτοι, Κουρδικά, Αραβικά, και γλώσσες των μικρότερων εθνοτήτων των Γκιλάκι, Λουρ και Μαζανταρανί.
Το 95% του πληθυσμού είναι Σιίτες Μουσουλμάνοι, το 4% Σουνίτες και το 1% είναι Χριστιανοί, Εβραίοι, Ζωροάστρες κ.ά.
Το μέσο προσδόκιμο ζωής του πληθυσμού ανήλθε το 2015 στα 71,15 χρόνια (69,56 χρόνια οι άνδρες και 72,82 οι γυναίκες), ενώ το μέσο ποσοστό γεννητικότητας αντιστοιχεί σε 1,83 παιδιά ανά γυναίκα, από 6,7 παιδιά ανά γυναίκα που ήταν πριν από περίπου 50 χρόνια.
πηγή: Ριζοσπάστης









